Η διακοπή του καπνίσματος ακόμη και μετά τη διάγνωση καρκίνου μπορεί να προσφέρει σημαντικό όφελος στην επιβίωση και να μειώσει τον κίνδυνο εξέλιξης της νόσου, σύμφωνα με νέα έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC).
Η έκθεση Tobacco Cessation After Cancer Diagnosis: A Fundamental Component of Cancer Care, που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026, συγκεντρώνει τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα για τη σημασία της διακοπής του καπνίσματος μετά από μια διάγνωση καρκίνου.
Το βασικό μήνυμα είναι σαφές: η διακοπή του καπνίσματος δεν αποτελεί μόνο μέτρο πρόληψης πριν εμφανιστεί ο καρκίνος. Μπορεί να αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ίδιας της ογκολογικής φροντίδας και μετά τη διάγνωση.
«Ποτέ δεν είναι αργά για τη διακοπή του καπνίσματος»
Η IARC επισημαίνει πως ακόμη και ασθενείς με ήδη διαγνωσμένο καρκίνο μπορούν να αποκομίσουν σημαντικά κλινικά οφέλη όταν σταματήσουν το κάπνισμα.
Η διακοπή έχει συσχετιστεί με:
- μεγαλύτερη συνολική επιβίωση,
- μεγαλύτερη επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου,
- χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου,
- χαμηλότερο κίνδυνο εξέλιξης του καρκίνου.
Τα οφέλη έχουν παρατηρηθεί ακόμη και σε ασθενείς με προχωρημένα στάδια νόσου και σε άτομα με σημαντικό ιστορικό καπνίσματος.
Τι έδειξαν τα δεδομένα για τον καρκίνο του πνεύμονα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δεδομένα από μακροχρόνια μελέτη ασθενών με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, οι οποίοι ήταν ενεργοί καπνιστές κατά τη στιγμή της διάγνωσης.
Στη συγκεκριμένη μελέτη, οι ασθενείς που σταμάτησαν το κάπνισμα εμφάνισαν:
- περίπου 33% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου,
- περίπου 30% χαμηλότερο κίνδυνο εξέλιξης της νόσου,
- περίπου 22 μήνες μεγαλύτερη συνολική επιβίωση,
- περίπου 22 μήνες μεγαλύτερη επιβίωση χωρίς εξέλιξη,
σε σύγκριση με όσους συνέχισαν να καπνίζουν.
Το όφελος δεν περιοριζόταν μόνο σε συγκεκριμένους ασθενείς, καθώς παρατηρήθηκε τόσο σε άτομα με μικρότερη όσο και με μεγαλύτερη ένταση καπνίσματος, καθώς και σε διαφορετικά στάδια της νόσου.
Έως 50% χαμηλότερος κίνδυνος θανάτου σε καρκίνο του νεφρού
Αντίστοιχα σημαντικά ευρήματα καταγράφηκαν και σε ασθενείς με καρκίνο του νεφρού.
Σε προοπτική μελέτη περισσότερων από 200 ασθενών που κάπνιζαν κατά τη διάγνωση, όσοι σταμάτησαν το κάπνισμα εμφάνισαν:
- 50% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου,
- 56% χαμηλότερο κίνδυνο εξέλιξης της νόσου,
σε σύγκριση με τις περιόδους κατά τις οποίες συνέχιζαν να καπνίζουν.
Τα αποτελέσματα παρέμειναν εμφανή ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη χαρακτηριστικά των ασθενών, το στάδιο του όγκου, την ένταση του καπνίσματος και τις θεραπείες που είχαν λάβει.
Συνολικά, αύξηση της επιβίωσης κατά 1,5 έως 3 χρόνια
Η συνολική εικόνα που παρουσιάζει η IARC είναι ακόμη πιο σημαντική.
Σε διαφορετικούς τύπους καρκίνου, η διακοπή του καπνίσματος μετά τη διάγνωση έχει συνδεθεί με μείωση της θνησιμότητας κατά περίπου 30–50% και με αύξηση της διάμεσης επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου κατά περίπου 1,5 έως 3 χρόνια.
Αυτό σημαίνει πως η διακοπή του καπνίσματος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια γενική συμβουλή υγιεινού τρόπου ζωής.
Για έναν ασθενή με καρκίνο μπορεί να αποτελεί παρέμβαση με ουσιαστική επίδραση στην πρόγνωση.
Η λανθασμένη αντίληψη πως «η βλάβη έχει ήδη γίνει»
Ένα από τα εμπόδια στη διακοπή είναι η αντίληψη πως, μετά τη διάγνωση του καρκίνου, δεν υπάρχει πλέον ουσιαστικό όφελος από τη διακοπή του καπνίσματος.
Τα δεδομένα που συνοψίζει η IARC δείχνουν το αντίθετο.
Η συνέχιση του καπνίσματος μετά τη διάγνωση μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την πρόγνωση, ενώ η διακοπή μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη ακόμη και όταν η νόσος έχει ήδη εμφανιστεί.
Αυτό καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό το μήνυμα προς τον ασθενή πως η διακοπή εξακολουθεί να έχει αξία σε οποιοδήποτε στάδιο της ογκολογικής φροντίδας.
Ο καρκίνος του πνεύμονα παραμένει η κυριότερη αιτία θανάτου από καρκίνο
Η σημασία αυτών των ευρημάτων γίνεται ακόμη μεγαλύτερη λόγω της παγκόσμιας επιβάρυνσης από τον καρκίνο του πνεύμονα.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της IARC, το 2024 καταγράφηκαν περίπου 2,6 εκατομμύρια νέα περιστατικά καρκίνου του πνεύμονα και περίπου 1,9 εκατομμύρια θάνατοι, καθιστώντας τον την κυριότερη αιτία θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως.
Το κάπνισμα παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση της νόσου.
Η διακοπή του καπνίσματος πρέπει να αποτελεί μέρος της ογκολογικής φροντίδας
Η IARC υπογραμμίζει πως η υποστήριξη για διακοπή του καπνίσματος πρέπει να ενσωματωθεί συστηματικά στην αντιμετώπιση του καρκίνου.
Αυτό σημαίνει πως η ερώτηση για το κάπνισμα δεν πρέπει να περιορίζεται στη λήψη του ιστορικού.
Οι ασθενείς που συνεχίζουν να καπνίζουν χρειάζονται οργανωμένη υποστήριξη με:
- συμβουλευτική,
- συστηματικό follow-up,
- κατάλληλες φαρμακολογικές παρεμβάσεις όπου ενδείκνυνται,
- επανειλημμένη ενθάρρυνση για διακοπή.
Η διάγνωση καρκίνου αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή κατά την οποία ο ασθενής μπορεί να είναι περισσότερο δεκτικός σε μια προσπάθεια διακοπής.
Ρόλος και των ογκολόγων στη διακοπή
Σύμφωνα με την IARC, τα προγράμματα διακοπής καπνίσματος πρέπει να αποτελούν οργανικό μέρος των ογκολογικών υπηρεσιών και όχι μια παράλληλη υπηρεσία στην οποία ο ασθενής παραπέμπεται μόνο περιστασιακά.
Η προσέγγιση αυτή προϋποθέτει:
- εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας,
- εύκολη πρόσβαση σε υπηρεσίες διακοπής,
- ένταξη της θεραπείας της εξάρτησης από τον καπνό στα ογκολογικά πρωτόκολλα,
- συνεχή αξιολόγηση του καπνιστικού status κατά τη θεραπεία και το follow-up.
Το μήνυμα προς τον ασθενή πρέπει να είναι ταυτόχρονα σαφές και υποστηρικτικό: η συνέχιση του καπνίσματος αποτελεί τροποποιήσιμο παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει την πορεία της νόσου.
Η διακοπή μετά τη διάγνωση δεν είναι «πολύ αργά»
Για χρόνια, η συζήτηση γύρω από το κάπνισμα και τον καρκίνο επικεντρωνόταν κυρίως στην πρωτογενή πρόληψη.
Τα νέα δεδομένα αναδεικνύουν εξίσου καθαρά τη σημασία της διακοπής μετά τη διάγνωση.
Για τον ασθενή με καρκίνο του πνεύμονα ή άλλον τύπο καρκίνου που συνεχίζει να καπνίζει, η διακοπή μπορεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες τροποποιήσιμες παρεμβάσεις που μπορούν να προστεθούν στην ογκολογική του φροντίδα.
Το βασικό μήνυμα της IARC είναι πως ακόμη και μετά από μια σοβαρή διάγνωση, η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να εξακολουθεί να μεταβάλλει ουσιαστικά την πρόγνωση.

