Η θεραπευτική προσήλωση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες, αλλά και συχνά υποτιμημένες, παραμέτρους της κλινικής πράξης. Ακόμη και η πιο κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή δεν μπορεί να αποδώσει όταν ο ασθενής δεν την ακολουθεί σωστά, τη διακόπτει πρόωρα ή τροποποιεί μόνος του τη δοσολογία.
Για τον γιατρό, το κρίσιμο σημείο είναι να αντιμετωπίζει τη μη προσήλωση όχι ως ατομική αποτυχία του ασθενούς, αλλά ως ένα σύνθετο φαινόμενο που απαιτεί διερεύνηση.
Όταν το θεραπευτικό σχήμα είναι πολύπλοκο
Όσο αυξάνεται ο αριθμός των φαρμάκων και των ημερήσιων δόσεων, τόσο δυσκολότερη γίνεται η συνεπής τήρηση της αγωγής. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα εμφανές σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς με πολλαπλά χρόνια νοσήματα.
Διαφορετικές ώρες λήψης, οδηγίες σχετικά με τα γεύματα και συχνές αλλαγές στη φαρμακευτική αγωγή μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση. Όπου είναι κλινικά εφικτό, η απλοποίηση του θεραπευτικού σχήματος και η παροχή σαφών, γραπτών οδηγιών μπορούν να διευκολύνουν σημαντικά τον ασθενή.
Ο φόβος των ανεπιθύμητων ενεργειών
Ένας ασθενής μπορεί να έχει λάβει σωστές οδηγίες και παρ’ όλα αυτά να διακόπτει τη θεραπεία επειδή φοβάται τις ανεπιθύμητες ενέργειες ή επειδή έχει ήδη βιώσει κάποια ενόχληση.
Συχνά, μάλιστα, η απόφαση λαμβάνεται χωρίς προηγούμενη επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό. Η συζήτηση γύρω από τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, τον τρόπο αντιμετώπισής τους και το πραγματικό όφελος της θεραπείας μπορεί να μειώσει την αβεβαιότητα και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη.
«Αφού νιώθω καλά, γιατί να συνεχίσω;»
Στα χρόνια νοσήματα, η απουσία συμπτωμάτων μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά. Ασθενείς με υπέρταση, δυσλιπιδαιμία ή σακχαρώδη διαβήτη ενδέχεται να αμφισβητούν την ανάγκη καθημερινής αγωγής όταν δεν αισθάνονται άμεσα κάποιο πρόβλημα.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εξήγηση του προληπτικού χαρακτήρα της θεραπείας είναι ουσιαστική. Ο ασθενής χρειάζεται να κατανοεί όχι μόνο τι πρέπει να λαμβάνει, αλλά και γιατί.
Η ελλιπής κατανόηση των οδηγιών
Η ιατρική ορολογία, η μεγάλη ποσότητα πληροφοριών σε μία επίσκεψη και το άγχος μπορούν να περιορίσουν την κατανόηση και την ανάκληση των οδηγιών.
Μια πρακτική προσέγγιση είναι να ζητά ο γιατρός από τον ασθενή να επαναλάβει με δικά του λόγια πώς θα ακολουθήσει τη θεραπεία. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να εντοπιστούν παρανοήσεις πριν επηρεάσουν την αγωγή.
Οικονομικά και κοινωνικά εμπόδια
Το κόστος της θεραπείας, η δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας, η έλλειψη οικογενειακής υποστήριξης ή ένα απαιτητικό καθημερινό πρόγραμμα μπορούν επίσης να μειώσουν τη συμμόρφωση.
Η διερεύνηση αυτών των παραγόντων χρειάζεται να γίνεται χωρίς επικριτικό τόνο, καθώς συχνά ο ασθενής δεν τους αναφέρει αυθόρμητα.
Η σχέση γιατρού-ασθενούς είναι καθοριστική
Οι ασθενείς είναι πιθανότερο να ακολουθήσουν μία θεραπεία όταν αισθάνονται ότι έχουν κατανοήσει τη λογική της και ότι συμμετείχαν στην επιλογή της.
Ερωτήσεις όπως «Τι σας δυσκολεύει περισσότερο στην αγωγή;» ή «Υπάρχει κάποιος λόγος που σας κάνει να αποφεύγετε κάποια δόση;» μπορούν να αποκαλύψουν περισσότερα από μια απλή ερώτηση του τύπου «Παίρνετε κανονικά τα φάρμακά σας;».
Για τον επαγγελματία υγείας, η βελτίωση της θεραπευτικής προσήλωσης δεν σημαίνει μόνο περισσότερες υπενθυμίσεις. Σημαίνει καλύτερη επικοινωνία, εξατομίκευση του θεραπευτικού σχήματος και κατανόηση των πραγματικών εμποδίων που αντιμετωπίζει κάθε ασθενής.

