Το τελευταίο διάστημα, δημοσιεύματα και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επαναφέρουν έναν εντυπωσιακό ισχυρισμό: ότι το Ozempic και άλλα φάρμακα της κατηγορίας GLP-1 ενδέχεται να μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.
Πίσω από τους τίτλους υπάρχει πράγματι ένας αυξανόμενος αριθμός μελετών, ορισμένες από τις οποίες περιλαμβάνουν εκατομμύρια ασθενείς. Ωστόσο, σύμφωνα με ειδικούς στην κλινική επιδημιολογία, ο ενθουσιασμός φαίνεται να προηγείται των επιστημονικών αποδείξεων.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο καρκίνος δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο. Υπάρχουν περισσότερες από 100 διαφορετικές μορφές, με ξεχωριστή βιολογία, γενετικούς παράγοντες και περιβαλλοντικούς κινδύνους. Ένα φάρμακο μπορεί θεωρητικά να μειώνει τον κίνδυνο μιας μορφής καρκίνου, να αυξάνει μιας άλλης και να μην επηρεάζει καθόλου τις περισσότερες.

Από τις ανησυχίες για καρκίνο στις ελπίδες για πρόληψη
Πριν αρχίσει η συζήτηση για πιθανή αντικαρκινική δράση, τα φάρμακα GLP-1 εξετάζονταν για το ενδεχόμενο να αυξάνουν τον κίνδυνο ορισμένων καρκίνων.
Οι πρώτες ανησυχίες αφορούσαν κυρίως τον καρκίνο του θυρεοειδούς, καθώς μελέτες σε τρωκτικά είχαν δείξει ανάπτυξη όγκων στα κύτταρα C του θυρεοειδούς. Οι άνθρωποι, όμως, διαθέτουν πολύ λιγότερους υποδοχείς GLP-1 στα συγκεκριμένα κύτταρα, ενώ μακροχρόνιες μελέτες σε πρωτεύοντα δεν κατέγραψαν τις ίδιες αλλοιώσεις.
Μετα-αναλύσεις κλινικών δοκιμών δεν έχουν μέχρι στιγμής εντοπίσει σαφή σχέση ανάμεσα στη λήψη φαρμάκων GLP-1 και στον καρκίνο του θυρεοειδούς. Αντίστοιχα, δεν έχει επιβεβαιωθεί σταθερή αύξηση του κινδύνου για καρκίνο του παγκρέατος.
Η εικόνα αυτή είναι καθησυχαστική, αλλά όχι οριστική, καθώς η ανάπτυξη καρκίνου μπορεί να απαιτεί δεκαετίες και τα συγκεκριμένα φάρμακα χρησιμοποιούνται ευρέως για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα.
Τι έδειξαν οι νεότερες μελέτες
Μια μεγάλη μελέτη σε περισσότερα από 1,6 εκατομμύρια άτομα με διαβήτη τύπου 2 κατέγραψε χαμηλότερα ποσοστά σε 10 από 13 καρκίνους που σχετίζονται με την παχυσαρκία, όταν τα φάρμακα GLP-1 συγκρίθηκαν με την ινσουλίνη.
Άλλη μελέτη, σε περίπου 87.000 ενήλικες, διαπίστωσε συνολικά χαμηλότερα ποσοστά καρκίνου κατά περίπου 17%, με εντονότερη μείωση στον καρκίνο του ενδομητρίου και των ωοθηκών. Παράλληλα, καταγράφηκε υψηλότερος κίνδυνος καρκίνου των νεφρών, εύρημα που χρειάζεται επιβεβαίωση.
Έρευνες έχουν επίσης συσχετίσει τη χρήση GLP-1 με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του μαστού και με καλύτερη επιβίωση σε ορισμένους ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου.
Τα αποτελέσματα ακούγονται εντυπωσιακά. Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές τις έρευνες είναι παρατηρητικές και δεν μπορούν να αποδείξουν ότι το φάρμακο προκάλεσε τη μείωση του κινδύνου.
Γιατί τα αποτελέσματα μπορεί να παραπλανούν
Ένας βασικός παράγοντας είναι το λεγόμενο «healthy user bias». Οι άνθρωποι που λαμβάνουν νεότερα και συχνά ακριβότερα φάρμακα έχουν συνήθως καλύτερη πρόσβαση σε γιατρούς, περισσότερους προληπτικούς ελέγχους και υψηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί από μόνα τους να συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου.
Σημαντικό ρόλο παίζει και το φάρμακο με το οποίο γίνεται η σύγκριση. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη έχουν συχνά πιο προχωρημένο διαβήτη και ήδη αυξημένο κίνδυνο καρκίνου. Έτσι, ένα φάρμακο μπορεί να φαίνεται προστατευτικό απλώς επειδή συγκρίνεται με μια ομάδα υψηλότερου κινδύνου.
Ερωτήματα προκαλεί και η χρονική διάρκεια των μελετών. Ο καρκίνος αναπτύσσεται συνήθως σε βάθος πολλών ετών. Όταν μια φαινομενική προστασία εμφανίζεται μέσα στους πρώτους μήνες θεραπείας, είναι πιθανότερο να αντανακλά διαφορές που προϋπήρχαν μεταξύ των ομάδων.
Τι δείχνουν οι τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές
Οι τυχαιοποιημένες δοκιμές θεωρούνται πιο αξιόπιστες, επειδή δημιουργούν συγκρίσιμες ομάδες ασθενών. Μέχρι σήμερα, μετα-αναλύσεις δεκάδων τέτοιων δοκιμών δεν έχουν βρει ισχυρές ενδείξεις ότι τα φάρμακα GLP-1 αυξάνουν ή μειώνουν συνολικά τον κίνδυνο καρκίνου.
Οι δοκιμές, όμως, είχαν συνήθως μικρή διάρκεια και λίγα περιστατικά καρκίνου. Για μια ασφαλή απάντηση θα απαιτούνταν δεκάδες χιλιάδες συμμετέχοντες και παρακολούθηση πολλών ετών.
Το πιο ασφαλές συμπέρασμα σήμερα είναι ότι τα φάρμακα GLP-1 δεν φαίνεται να αυξάνουν τον συνολικό κίνδυνο καρκίνου. Ο ισχυρισμός, όμως, ότι μπορούν να προλάβουν τη νόσο ή να βελτιώσουν την επιβίωση μετά τη διάγνωση παραμένει ανεπιβεβαίωτος.
Ακόμη και αν αποδειχθεί στο μέλλον κάποια προστατευτική επίδραση, οι επιστήμονες θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν αν αυτή οφείλεται στην απώλεια βάρους, στη βελτίωση του μεταβολισμού ή σε άμεση δράση στη φλεγμονή, στο ανοσοποιητικό σύστημα και στους όγκους.
Προς το παρόν, η επιστημονικά ακριβής απάντηση είναι λιγότερο εντυπωσιακή από τους τίτλους: είναι ακόμη πολύ νωρίς για να θεωρηθεί το Ozempic φάρμακο πρόληψης του καρκίνου.
Με πληροφορίες από The Conversation

