Home Επιστημονικά ΆρθραΠαχυσαρκία: Το στοματικό μικροβίωμα ως πιθανός παράγοντας πρόληψης

Παχυσαρκία: Το στοματικό μικροβίωμα ως πιθανός παράγοντας πρόληψης

Η παχυσαρκία παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της σύγχρονης ιατρικής, όμως νέα ευρήματα δείχνουν ότι ίσως μπορούμε να την εντοπίζουμε πολύ νωρίτερα. Πρόσφατη μελέτη αποκαλύπτει ότι τα άτομα με παχυσαρκία έχουν ένα ξεχωριστό μικροβιακό αποτύπωμα στη στοματική κοιλότητα, διαφορετικό από εκείνο ατόμων με φυσιολογικό βάρος, μια παρατήρηση που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για νέες μεθόδους πρόληψης.

Δεδομένου ότι η παχυσαρκία αφορά εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και αποτελεί χρόνια, υποτροπιάζουσα νόσο, η κατανόηση τέτοιων πρώιμων βιολογικών ενδείξεων αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την κλινική πράξη.

Η αύξηση του σωματικού βάρους μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως η διατροφή, ο τρόπος ζωής και η γενετική προδιάθεση. Είναι επίσης γνωστό ότι το μικροβίωμα του εντέρου —η κοινότητα μικροοργανισμών που κατοικεί στο πεπτικό μας σύστημα— επηρεάζει τον μεταβολισμό και το βάρος. Ωστόσο, η πιθανή σχέση ανάμεσα στην παχυσαρκία και τα μικρόβια που ζουν στη στοματική κοιλότητα, το δεύτερο μεγαλύτερο μικροβιακό οικοσύστημα του ανθρώπινου σώματος, παραμένει σχετικά ανεξερεύνητη.

Για να διερευνήσουν την πιθανή σύνδεση, επιστήμονες από το New York University Abu Dhabi στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέλυσαν το μικροβιακό DNA από δείγματα σάλιου 628 ενηλίκων. Από αυτούς, οι 97 ζούσαν με παχυσαρκία. Τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με εκείνα 95 συμμετεχόντων φυσιολογικού βάρους, οι οποίοι είχαν επιλεγεί ώστε να ταιριάζουν ως προς την ηλικία, τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες στοματικής υγιεινής.

Η σύγκριση των δειγμάτων έδειξε ότι τα άτομα με παχυσαρκία είχαν αυξημένη παρουσία βακτηρίων όπως το Streptococcus parasanguinis, τα οποία είναι γνωστό ότι πυροδοτούν φλεγμονώδεις διεργασίες. Παράλληλα, εντοπίστηκε μεγαλύτερος αριθμός μικροβίων που παράγουν γαλακτικό οξύ. Τα υψηλά επίπεδα γαλακτικού έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 και δυσλειτουργίες του μεταβολισμού.

Πέρα από τις διαφορές στα είδη των βακτηρίων, οι ερευνητές κατέγραψαν 94 διαφορές στη λειτουργία αυτών των μικροβίων. Στην ομάδα με παχυσαρκία, τα βακτήρια ήταν πιο ενεργά στη διάσπαση σακχάρων και πρωτεϊνών που μπορούν να συμβάλλουν σε μεταβολικά προβλήματα. Αυτές οι μεταβολικές αποκλίσεις οδήγησαν επίσης σε αυξημένα επίπεδα ουσιών όπως η ουριδίνη και η ουρακίλη — χημικά μόρια που μπορούν να λειτουργήσουν ως σήματα που ενισχύουν την όρεξη. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι τα μικρόβια αυτά ήταν λιγότερο ικανά να παράγουν απαραίτητα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται ο οργανισμός για να διατηρείται υγιής.

Προς το παρόν, οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν αν οι μικροβιακές διαφορές αποτελούν αιτία ή αποτέλεσμα της παχυσαρκίας. Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία τους φαίνεται πως μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό εργαλείο για την έγκαιρη ανίχνευση, όπως σημειώνουν.

Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο Cell Reports.

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες, που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων. Αποδοχή Cookies Όροι Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων