Τα δημόσια νοσοκομεία βρίσκονται αντιμέτωπα με έντονη υποστελέχωση, καθώς ο αριθμός των νοσηλευτών συρρικνώνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Οι χαμηλές απολαβές σε συνδυασμό με τις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις της δουλειάς ωθούν πολλούς νοσηλευτές να αποχωρούν από το Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας αναγνωρίζοντας το μέγεθος του προβλήματος, υπογραμμίζει ότι η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις όχι μόνο για τη χώρα μας, αλλά και για τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας.

Μιλώντας στο ΕΡΤnews Radio, ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους αποκάλυψε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ένα νέο πλάνο για την ενίσχυση του νοσηλευτικού επαγγέλματος. Όπως τόνισε, εκτός από συγκεκριμένα κίνητρα, στο τραπέζι βρίσκεται και η πιθανή ένταξη του κλάδου στα βαρέα και ανθυγιεινά, ένα αίτημα που οι εργαζόμενοι θέτουν εδώ και χρόνια.
Εάν υλοποιηθεί, τότε θα υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές στις εργασιακές και οικονομικές συνθήκες, με την μορφή αυξημένων αποδοχών αλλά και περισσότερων αναγνωρίσιμων συντάξιμων ετών.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν μετά την ολοκλήρωση των συζητήσεων με τα συναρμόδια υπουργεία, καθώς το θέμα δεν αφορά αποκλειστικά το Υπουργείο Υγείας, με τις σχετικές ανακοινώσεις να αναμένονται μέσα στη χρονιά.
Χαμηλές οι αποδοχές για τους νοσηλευτές
Τα στοιχεία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία αποτυπώνουν με σαφήνεια τις μεγάλες μισθολογικές ανισότητες που ωθούν το προσωπικό να εγκαταλείπει το δημόσιο σύστημα υγείας.
Σήμερα, ένας νεοδιόριστος νοσηλευτής αμείβεται με περίπου 836 ευρώ τον μήνα, ενώ ο βοηθός νοσηλευτή λαμβάνει γύρω στα 736 ευρώ και ο τραυματιοφορέας περίπου 684 ευρώ. Την ίδια στιγμή, ένας γιατρός επιμελητής Β φτάνει περίπου τα 1.264 ευρώ μηνιαίως.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική όταν συγκριθεί με άλλες χώρες. Στην Κύπρο, για παράδειγμα, οι μηνιαίες αποδοχές ενός νοσηλευτή αγγίζουν τα 3.000 ευρώ, ενώ οι γιατροί φτάνουν κοντά στα 7.000 ευρώ τον μήνα.
Σύμφωνα με την Ομοσπονδία, ακόμη και όταν το προσωπικό καλύπτει πολλές επιπλέον βάρδιες, όπως επτά νυχτερινές, επτά απογευματινές και τρεις αργίες μέσα σε έναν μήνα, η συνολική πρόσθετη αμοιβή δεν ξεπερνά τα 120 ευρώ. Το ποσό αυτό θεωρείται εξαιρετικά χαμηλό σε σχέση με τον φόρτο εργασίας, ενισχύοντας το αίσθημα απογοήτευσης και αδικίας στον κλάδο.
πηγή healthreport

