Μια εκτεταμένη μελέτη από ερευνητές της Σχολής Παγκόσμιας Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας, της Ιατρικής Σχολής και του Woods Institute for the Environment του Stanford, αναδεικνύει τη συχνή και πολυπαραγοντική έκθεση των εγκύων γυναικών σε χημικές ουσίες του περιβάλλοντος.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσιεύθηκαν στο JAMA Network Open, οι συμμετέχουσες εκτέθηκαν κατά μέσο όρο σε περίπου 45 διαφορετικές χημικές ενώσεις, οι οποίες εντοπίζονται σε τρόφιμα, πόσιμο νερό, ατμοσφαιρικούς ρύπους, προϊόντα προσωπικής φροντίδας, αρώματα και καθημερινά οικιακά αντικείμενα.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η έκθεση αυτή είναι δύσκολο να αποφευχθεί στην καθημερινή ζωή, καθώς οι συγκεκριμένες ουσίες είναι ευρέως διαδεδομένες σε καταναλωτικά προϊόντα και περιβαλλοντικά μέσα. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι, ακόμη και όταν υπάρχει ενημέρωση, ο έλεγχος της έκθεσης παραμένει περιορισμένος σε ατομικό επίπεδο, καθιστώντας αναγκαίες παρεμβάσεις σε επίπεδο δημόσιας υγείας και ρύθμισης προϊόντων.
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα άνω των 5.000 μητέρων και των παιδιών τους, που γεννήθηκαν μεταξύ 2000 και 2021. Αναλύθηκαν δείγματα ούρων εγκύων, καθώς και κλινικά δεδομένα όπως η διάρκεια κύησης και το βάρος γέννησης. Συνολικά εξετάστηκαν 113 διαφορετικές χημικές ουσίες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι κάθε δείγμα περιείχε κατά μέσο όρο 45 χημικές ουσίες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ανιχνεύθηκαν έως και 64 διαφορετικές ενώσεις. Στη συνέχεια, οι ερευνητές διερεύνησαν πιθανές συσχετίσεις με περιγεννητικές εκβάσεις.
Η ανάλυση κατέδειξε σταθερή συσχέτιση μεταξύ συγκεκριμένων φθαλικών ενώσεων και πλαστικοποιητών με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού. Επιπλέον, οι ίδιες κατηγορίες ουσιών, μαζί με τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, συσχετίστηκαν με χαμηλότερο βάρος γέννησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι και νεότερα υποκατάστατα χημικών ουσιών, τα οποία έχουν εισαχθεί για να αντικαταστήσουν περιορισμένους φθαλικούς εστέρες, εμφάνισαν παρόμοιες συσχετίσεις με δυσμενείς εκβάσεις κύησης.
Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η συνολική περιβαλλοντική έκθεση κατά την εγκυμοσύνη παραμένει υψηλή και πολυπαραγοντική, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω ρυθμιστικές παρεμβάσεις και μείωση των επιβλαβών χημικών στην πηγή τους, με στόχο την προστασία της μητέρας και του νεογνού.

