Home Το ΕπάγγελμαΗ ψυχική υγεία των υγειονομικών στην Ελλάδα
Ψυχική υγεία των υγειονομικών

Η ψυχική υγεία των υγειονομικών στην Ελλάδα

Σε μια εποχή όπου η ψυχική υγεία αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως βασικός πυλώνας της ανθρώπινης ευημερίας, συχνά παραβλέπεται η ψυχική κατάσταση εκείνων που βρίσκονται καθημερινά δίπλα στον ανθρώπινο πόνο: των επαγγελματιών υγείας.

Ο Erich Fromm σε μια από τις συνεντεύξεις του, είχε αναφέρει: « Πολλοί άνθρωποι ορίζουν την ψυχική υγεία ως την απουσία ασθένειας. Εγώ θα όριζα την ψυχική υγεία όχι με όρους απουσίας ασθένειας αλλά με τη θετική έννοια της ευημερίας ».

Μέσα από αυτή τη σκέψη γεννάται το ερώτημα κατά πόσο μπορούμε πραγματικά να  μιλήσουμε για την ευημερία των υγειονομικών στην Ελλάδα όταν πιο συχνά μιλάμε για ελλείψεις προσωπικού, εξαντλητικές εφημερίες, δύσκολες συνθήκες εργασίας και συνεχείς πιέσεις που αντιμετωπίζουν γιατροί, νοσηλευτές και λοιπό υγειονομικό προσωπικό.

Η έλλειψη ρεαλισμού, απέναντι στις πραγματικές ψυχικές ανάγκες των υγειονομικών, είναι ένα από τα στοιχεία της κοινωνίας μας που λειτουργεί ενάντια στην ψυχική υγεία.

Οι υγειονομικοί αποτελούν την πρωταρχική γραμμή φροντίδας και υποστήριξης της κοινωνίας μας, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων, αυξημένων αναγκών και κοινωνικής αβεβαιότητας.

Καθημερινά καλούνται να διαχειριστούν σωρεία περιστατικών, να φροντίσουν τον πόνο, την ασθένεια, την αγωνία και την ανθρώπινη απώλεια, ενώ παράλληλα χρειάζεται να στηρίζουν, να καθησυχάζουν και να φροντίζουν τους άλλους, πολλές φορές εις βάρος των δικών τους σωματικών και ψυχικών αναγκών.

Παράλληλα, λειτουργούν μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς πίεσης και ψυχολογικής επιφυλακής, διαχειριζόμενοι κρίσιμες αποφάσεις, ελλείψεις χρόνου και περιορισμένους πόρους, σε μια καθημερινότητα όπου το λάθος συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη ζωή.

Η συνεχής και χρόνια έκθεση σε στρεσογόνους και απειλητικούς  παράγοντες μπορεί να  προκαλέσει ένα είδους δευτερογενούς ή αντιπροσωπευτικού τραύματος. Ακόμα και όταν το τραυματικό γεγονός δεν αφορά τους ίδιους προσωπικά, δημιουργείται ένα βαθύ ψυχικό αποτύπωμα, μέσα από συσσωρευμένες ιστορίες πόνου, φόβου και απώλειας, για τις οποίες συχνά δεν υπάρχει ούτε ο απαραίτητος χρόνος αλλά ούτε και ο κατάλληλος χώρος επεξεργασίας.

Το επάγγελμα του υγειονομικού απαιτεί υψηλά επίπεδα ψυχικής ανθεκτικότητας, η οποία όμως πολλές φορές παρερμηνεύεται ως ατρωτότητα. 

Στην ελληνική πραγματικότητα, η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο από τις επίπονες συνθήκες εργασίας. Οι χαμηλοί μισθοί, η υποστελέχωση, οι ελλείψεις υποδομών και οι εξαντλητικές βάρδιες, εντείνουν την ψυχική πίεση, τη συναισθηματική-σωματική κόπωση και τη δυσαρέσκεια, οδηγώντας πολλούς στην επιλογή της απόδρασης στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με την ιεράρχηση των αναγκών του Abraham Maslow, κάθε άνθρωπος διαθέτει ανάγκες που λειτουργούν ως κίνητρα, στον βαθμό που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Στη βάση της πυραμίδας βρίσκονται οι βασικές ανάγκες, όπως η τροφή, η υγεία, η  ξεκούραση καθώς και η ανάγκη για ασφάλεια και οικονομική σταθερότητα. Στα ανώτερα επίπεδα συναντώνται οι κοινωνικές και ψυχολογικές ανάγκες, όπως η αναγνώριση, ο σεβασμός, η εκτίμηση και τέλος η αυτοπραγμάτωση. Όταν οι πρωταρχικές ανάγκες δεν καλύπτονται, εξαιτίας αυξανόμενων επαγγελματικών απαιτήσεων που ξεπερνούν τα όρια ενός ατόμου και όταν δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της προσφοράς του εργαζομένου και της ανταμοιβής που λαμβάνει, αναπτύσσονται συναισθήματα δυσαρέσκειας, ματαίωσης και ψυχικής κόπωσης.

Σταδιακά, η επαγγελματική ικανοποίηση αντικαθίσταται από την εξάντληση.

Όταν αυτές οι συνθήκες παγιώνονται χωρίς ανακούφιση, η ψυχική φθορά εκδηλώνεται αναπόφευκτα με τη μορφή της επαγγελματικής εξουθένωσης.

Το σύνδρομο της επαγγελματικής εξουθένωσης, γνωστό ως burn out, αφορά την ψυχική, σωματική και πνευματική εξάντληση των εργαζομένων που δραστηριοποιούνται κυρίως σε επαγγέλματα με επίκεντρο τον άνθρωπο. Εκδηλώνεται μέσα από τρεις βασικές διαστάσεις: τη συναισθηματική εξάντληση, όπου ο εργαζόμενος αισθάνεται ότι δεν έχει τίποτα άλλο να προσφέρει, την αποπροσωποποίηση, δηλαδή μια ψυχρή συναισθηματική αποστασιοποίηση από τους ασθενείς ως μηχανισμό άμυνας και τη μειωμένη αίσθηση προσωπικής επίτευξης, όπου η εργασία παύει να προσφέρει νόημα. Τα συμπτώματα αυτά αναγνωρίζονται και αντιμετωπίζονται συχνά καθυστερημένα, ακριβώς επειδή θεωρούνται αναμενόμενα, τόσο για το σύστημα όσο και για τους ίδιους τους επαγγελματίες.

Η εξουθένωση αυτή δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ατομική αποτυχία αλλά φυσική συνέπεια ενός συστήματος που ζητά συνεχώς περισσότερα από ανθρώπους που λειτουργούν ήδη στα όριά τους.

Παράλληλα, πέρα από τις ατομικές συνθήκες, η επαγγελματική εξουθένωση είναι βαθιά συνδεδεμένη με την ίδια τη δομή του συστήματος υγείας. Ενός συστήματος που συχνά  δυσκολεύεται να εξασφαλίσει επαρκή αυτονομία, ευέλικτες δομές λειτουργίας και οργανωμένη ψυχολογική υποστήριξη για το ίδιο το προσωπικό του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καλλιεργείται μια κουλτούρα σιωπής, όπου η εξουθένωση έχει κανονικοποιηθεί και η έκφραση ψυχικής δυσκολίας εξακολουθεί να εκλαμβάνεται ως αδυναμία, ιδιαίτερα επιβαρυντική για επαγγελματίες που έχουν εκπαιδευτεί να «αντέχουν».

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται μόνο στον ίδιο τον εργαζόμενο.

Κάθε εξαντλημένος υγειονομικός σημαίνει αυξημένο κίνδυνο για τον ασθενή – μέσα από ιατρικά σφάλματα, διάβρωση της σχέσης εμπιστοσύνης – αλλά και μεγαλύτερο φόρτο για τους συναδέλφους, τροφοδοτώντας ένα φαύλο κύκλο μέσα σε ένα σύστημα που ήδη δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες του.

Η επαγγελματική εξουθένωση δεν επηρεάζει μόνο την προσωπική ζωή και την ψυχική υγεία των υγειονομικών, αλλά και την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας, επηρεάζοντας συνολικά τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος.

Η ψυχική υγεία των υγειονομικών δεν αποτελεί ατομική ευθύνη αλλά συλλογική και κοινωνική υποχρέωση.

Χρειάζεται ουσιαστική επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται και λειτουργεί το σύστημα υγείας στη χώρα μας. Αυτό σημαίνει θεσμοθέτηση προγραμμάτων ψυχολογικής υποστήριξης εντός των μονάδων υγείας, συστηματική εποπτεία και καθοδήγηση, ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, βελτίωση των εργασιακών συνθηκών και κυρίως αλλαγή της κουλτούρας που περιβάλλει την ψυχική υγεία των ίδιων των φροντιστών.

Μέσα σε μία κοινωνία που δηλώνει ότι προάγει την ψυχική υγεία, δεν μπορούμε να ξεχνάμε εκείνους που καθημερινά υπηρετούν τον άνθρωπο.

Οι υγειονομικοί δεν είναι απλώς λειτουργοί του συστήματος αλλά άνθρωποι που αξίζουν αναγνώριση, φροντίδα και ψυχολογική υποστήριξη, ώστε να μπορούν και οι ίδιοι να συνεχίσουν να φροντίζουν με αξιοπρέπεια.

Η ευημερία, όπως τη διατύπωσε ο Fromm, δεν είναι προνόμιο αλλά δικαίωμα. Και αυτό το δικαίωμα ισχύει εξίσου για εκείνους που κάθε μέρα το διεκδικούν για τους άλλους. Όταν η  κοινωνία μας αρχίσει να το αντιλαμβάνεται αυτό στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για ένα σύστημα υγείας που πραγματικά φροντίζει.

Ζιαγκουβά Νάντια

Κοινωνική Λειτουργός

Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες, που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων. Αποδοχή Cookies Όροι Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων