Οι ερευνητές του University College London (UCL) φέρνουν στο φως έναν κρίσιμο βιολογικό μηχανισμό που επιτρέπει στον οργανισμό να «απενεργοποιεί» τη φλεγμονή την κατάλληλη στιγμή, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων για χρόνιες παθήσεις που ταλαιπωρούν εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.
Η φλεγμονή αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας του σώματος απέναντι σε λοιμώξεις και τραυματισμούς. Ωστόσο, όταν η φλεγμονώδης απόκριση δεν τερματίζεται έγκαιρα, μπορεί να εξελιχθεί σε παθολογική κατάσταση, συμβάλλοντας στην εμφάνιση ή επιδείνωση νοσημάτων όπως η αρθρίτιδα, η καρδιαγγειακή νόσος και ο σακχαρώδης διαβήτης.
Παρότι είναι γνωστό ότι το ανοσοποιητικό σύστημα μεταβαίνει από τη φάση της άμυνας στη φάση της επιδιόρθωσης, οι ακριβείς βιολογικοί «διακόπτες» που καθοδηγούν αυτή τη μετάβαση παρέμεναν ασαφείς. Στη νέα μελέτη, η ερευνητική ομάδα εντόπισε μια κατηγορία μικρών λιπιδικών μορίων, τα οποία λειτουργούν ως φυσικοί ρυθμιστές της ανοσολογικής δραστηριότητας.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα μόρια αυτά φαίνεται να εμποδίζουν τη συσσώρευση ενός συγκεκριμένου τύπου ανοσοκυττάρων, των ενδιάμεσων μονοκυττάρων, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν μακροχρόνια φλεγμονή, που συνδέεται με βλάβη των ιστών, ασθένειες και εξέλιξη της νόσου.
Για να εξετάσουν αυτή τη διαδικασία σε ανθρώπους, οι ερευνητές προκάλεσαν μια ελεγχόμενη, παροδική φλεγμονώδη αντίδραση σε υγιείς εθελοντές, ώστε να παρακολουθήσουν πώς ο οργανισμός ενεργοποιεί τους φυσικούς μηχανισμούς επίλυσης της φλεγμονής. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες – μία που έλαβε το φάρμακο προληπτικά και μία που το έλαβε μετά την έναρξη των συμπτωμάτων.
Το φάρμακο GSK2256294 αναστέλλει το ένζυμο sEH, επιτρέποντας την αύξηση των εποξυ‑οξυλιπινών, μικρών λιπιδικών μορίων με αντιφλεγμονώδη δράση. Και στις δύο ομάδες, η αναστολή του sEH οδήγησε σε υψηλότερα επίπεδα αυτών των προστατευτικών μορίων, ταχύτερη υποχώρηση του πόνου και σημαντική μείωση των ενδιάμεσων μονοκυττάρων, που συνδέονται με παρατεταμένη φλεγμονή και επιδείνωση χρόνιων παθήσεων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρότι το φάρμακο επηρέασε καθοριστικά τους βιολογικούς δείκτες της φλεγμονής, δεν άλλαξε εμφανή σημεία όπως η ερυθρότητα ή το οίδημα. Το εύρημα αυτό ενισχύει την ιδέα ότι η επίλυση της φλεγμονής είναι μια βαθιά κυτταρική διαδικασία, η οποία δεν αντικατοπτρίζεται πάντα άμεσα στην κλινική εικόνα.
Η ανακάλυψη ανοίγει τον δρόμο για κλινικές δοκιμές που θα διερευνήσουν αναστολείς του ενζύμου sEH ως πιθανές θεραπείες για παθήσεις όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και οι καρδιαγγειακές παθήσεις.
Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο Nature Communications.

