Η συχνή κατανάλωση ορισμένων συντηρητικών που χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων συνδέεται με ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου και διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με δύο μεγάλες γαλλικές επιστημονικές μελέτες.
Η πρώτη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό BMJ, εντόπισε πολλαπλές συσχετίσεις ανάμεσα σε συντηρητικά που περιέχονται σε επεξεργασμένα τρόφιμα και ποτά και σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαφόρων μορφών καρκίνου. Οι ισχυρότερες ενδείξεις αφορούν τον καρκίνο του μαστού και τον καρκίνο του προστάτη.
Η δεύτερη μελέτη, από την ίδια ερευνητική ομάδα του Γαλλικού Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας και Ιατρικής Έρευνας (Inserm) και δημοσιευμένη στο Nature Communications, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αυξημένη κατανάλωση ορισμένων συντηρητικών σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν άμεση αιτιώδη σχέση. Ωστόσο, η ισχυρή μεθοδολογία και το μεγάλο δείγμα των μελετών προσφέρουν σημαντικές ενδείξεις για τη δυνητικά επιβλαβή δράση αυτών των προσθέτων.
Η έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα περισσότερων από 100.000 Γάλλων συμμετεχόντων, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν επί σειρά ετών. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωναν τακτικά αναλυτικά ερωτηματολόγια διατροφής, ενώ οι ερευνητές αξιοποίησαν λεπτομερή στοιχεία για τη σύσταση των τροφίμων που κατανάλωναν.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η κατανάλωση συντηρητικών όπως τα σορβικά, τα θειώδη και τα νιτρώδη άλατα συνδέεται με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου. Η πιο έντονη συσχέτιση εντοπίστηκε στο νιτρώδες νάτριο (E250), το οποίο σχετίζεται με περίπου 30% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του προστάτη.
Αν και ο ατομικός κίνδυνος παραμένει σχετικά χαμηλός – σαφώς μικρότερος από άλλους γνωστούς παράγοντες, όπως το κάπνισμα, σε πληθυσμιακό επίπεδο το ζήτημα αποκτά βαρύτητα, λόγω της εκτεταμένης χρήσης αυτών των προσθέτων στα καθημερινά τρόφιμα.
Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα ευρήματα που αφορούν τον διαβήτη. Η τακτική κατανάλωση σορβικού καλίου (E202), για παράδειγμα, συνδέθηκε με περίπου διπλάσια συχνότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα αποτελέσματα ενισχύουν την ανάγκη για πολιτικές δημόσιας υγείας που προωθούν τρόφιμα με λιγότερα και απολύτως απαραίτητα πρόσθετα, σε μια περίοδο όπου οι αρνητικές επιπτώσεις των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων τεκμηριώνονται ολοένα και περισσότερο.

