Γιατί ο τρόπος επικοινωνίας του γιατρού επηρεάζει τη συμμόρφωση στη θεραπεία
Η λέξη «ασθενής» φέρει βαρύ φορτίο στο συλλογικό μας ασυνείδητο, καθώς ετυμολογικά προκύπτει από το στερητικό «α-» και το «σθένος», υποδηλώνοντας έλλειψη δύναμης και αδυναμία. Ήδη σε γλωσσικό επίπεδο, ο άνθρωπος που προσέρχεται στη θεραπευτική διαδικασία τοποθετείται σε μειονεκτική θέση, γεγονός που επηρεάζει βαθιά το ψυχικό του βίωμα και τη δυναμική της σχέσης με τον γιατρό.
Ο άνθρωπος που εισέρχεται στο ιατρείο δεν φέρει μόνο τα σωματικά του συμπτώματα, αλλά και ένα σύνθετο εσωτερικό ψυχικό τοπίο: φόβο, άγχος, ανασφάλεια, αβεβαιότητα, προσδοκίες και βιώματα από το προσωπικό και συλλογικό του παρελθόν. Πριν ακόμη συναντήσει τον γιατρό, έχει ήδη διαμορφώσει ένα εσωτερικό σενάριο για το τι θα ακούσει, πως θα αντιμετωπιστεί και αν θα γίνει κατανοητός.
Πίσω από το ερώτημα «τι μου συμβαίνει;» δεν βρίσκεται μόνο η ανάγκη για διάγνωση, αλλά μια βαθύτερη αναζήτηση κατανόησης, ασφάλειας και στήριξης μέσα στην αβεβαιότητα.
Η ψυχολογία του ασθενούς είναι πολυσύνθετη και χαρακτηρίζεται από αυξημένο άγχος, αβεβαιότητα, ευαλωτότητα και απώλεια ελέγχου. Η ασύμμετρη φύση της σχέσης ασθενούς–ιατρού, όπως ο γιατρός κατέχει γνώση, εμπειρία και θεσμικό ρόλο, ενώ ο ασθενής βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, δημιουργεί ένα πεδίο ψυχικής ανισορροπίας.
Σε αυτό το πλαίσιο ενεργοποιούνται ασυνείδητες διεργασίες, όπως παλαιότερες εμπειρίες εξάρτησης, φόβοι και ανάγκες προστασίας, οι οποίες μεταφέρονται και στη θεραπευτική σχέση.
Ο φόβος αποτελεί κεντρικό βίωμα: φόβος για τη διάγνωση, για την πορεία της νόσου, για την απώλεια της προηγούμενης εικόνας του εαυτού, της λειτουργικότητας και της καθημερινότητας. Παράλληλα, συχνά αναδύεται θυμός και ματαίωση, όχι απαραίτητα προς τον γιατρό, αλλά προς την ίδια την ασθένεια και την αίσθηση αδικίας. Πολλοί ασθενείς ακόμα και όταν επιθυμούν ουσιαστική ενημέρωση, διστάζουν να θέσουν ερωτήσεις, φοβούμενοι μήπως εκτεθούν, φανεί η άγνοιά τους ή θεωρηθούν φορτικοί, κάτι που συχνά οδηγεί σε σιωπή. Η σιωπή αυτή δεν υποδηλώνει αδιαφορία, αλλά βαθιά ανάγκη για ουσιαστική πληροφόρηση και την ελπίδα ότι ο γιατρός θα αναλάβει την πρωτοβουλία να διερευνήσει αν επιθυμούν περαιτέρω διευκρινίσεις.
Η έλλειψη αίσθησης ασφάλειας, ενισχύει συναισθήματα ντροπής και ευαλωτότητας και οδηγεί συχνά στην αποσιώπηση κρίσιμων πληροφοριών, ιδιαίτερα σε ζητήματα ψυχικής υγείας, σεξουαλικότητας, διατροφής ή ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης.
Ο ασθενής έχει ανάγκη να είναι ορατός και να αναγνωρίζεται όχι μόνο ως φορέας συμπτωμάτων αλλά ως πρόσωπο, με συναισθήματα, φόβους και δικαίωμα συμμετοχής στη θεραπευτική διαδικασία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επικοινωνία και η ποιότητα της σχέσης γιατρού–ασθενούς αναδεικνύονται ως καθοριστικοί παράγοντες για τη θεραπεία. Ο McWhinney, υπογράμμιζε οτι ο γιατρός οφείλει να εισχωρεί στον κόσμο του ασθενούς και να βλέπει την ασθένεια μέσα από τα δικά του μάτια. Παράλληλα, σύμφωνα με την προσωποκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers, η γνησιότητα, η άνευ όρων αποδοχή και η ενσυναίσθηση δημιουργούν ένα θεραπευτικό κλίμα που μειώνει την αμυντικότητα, ενισχύει την εμπιστοσύνη και προάγει την ενεργή συμμετοχή του ασθενούς.
Πλήθος ερευνών καταδεικνύουν ότι η αποτελεσματική επικοινωνία μειώνει το άγχος, αυξάνει την προσήλωση στη θεραπεία και βελτιώνει ακόμη και τα αντικειμενικά κλινικά αποτελέσματα. Ο λόγος και η στάση του γιατρού λειτουργούν ως καθρέφτης:
Όταν είναι υποστηρικτικός, ενεργοποιεί εσωτερικούς μηχανισμούς προσαρμογής και όταν είναι ψυχρός ή επικριτικός, αποδυναμώνει τη θεραπευτική συμμαχία.
Επιπλέον, η επικοινωνία διευκολύνει την κατανόηση ιατρικής πληροφορίας, ρυθμίζει τα συναισθήματα των ασθενών και τους επιτρέπει να συμμετέχουν ενεργά στη λήψη αποφάσεων για τη θεραπεία τους, ενισχύοντας την αίσθηση ελέγχου και αυτονομίας.
Η σχέση ασθενούς-ιατρού είναι επομένως θεμελιώδης για την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα και την εμπειρία της θεραπείας. Όταν ο ασθενής αισθάνεται ότι ο γιατρός τον ακούει, τον καταλαβαίνει και αποδέχεται τις συναισθηματικές του αντιδράσεις, αναπτύσσεται εμπιστοσύνη, μειώνεται το άγχος και ενισχύεται η προσήλωση στη θεραπεία. Αντίθετα, η απόσταση και η έλλειψη κατανόησης οδηγούν σε εσωτερική αντίσταση και σιωπηλή μη συμμόρφωση.
Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη «θεραπεία» προέρχεται από τα «θερ» και «άπτω», που σημαίνουν ζεστό άγγιγμα, υπενθυμίζοντας ότι η ιατρική πράξη δεν εκτυλίσσεται μόνο σε βιολογικό επίπεδο, αλλά και σε ένα βαθιά ανθρώπινο, σχεσιακό πεδίο.
Σε αυτό το επίπεδο, η επικοινωνία δεν αποτελεί απλώς μέρος της θεραπείας· πολλές φορές είναι η ίδια η θεραπεία.
Ζιαγκουβά Νάντια
Κοινωνική Λειτουργός
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

