Η απώλεια βάρους που προκαλείται από ανάλογα GLP-1 συσχετίζεται με τη σοβαρότητα των παρενεργειών και το ποσοστό διακοπής της θεραπείας. Η βελτίωση της ποιότητας ζωής με ανάλογα GLP-1 είναι ελάχιστη. Το συμπέρασμα αυτό, που δημοσιεύτηκε στο British Medical Journal, προέρχεται από μια κινεζική μελέτη που εξέτασε 262 δοκιμές.
Όσο μεγαλύτερη είναι η επίδραση στο βάρος, τόσο πιο σημαντικές είναι οι παρενέργειες. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας μεγάλης συγκριτικής μελέτης φαρμάκων για την παχυσαρκία που δημοσιεύτηκε στο British Medical Journal. Επιπλέον, αυτές οι έντονες παρενέργειες σχετίζονται με υψηλότερο ποσοστό διακοπής της θεραπείας. Ακόμα πιο απογοητευτικό, δεδομένης της φαινομενικής αποτελεσματικότητας αυτών των προϊόντων, είναι ότι «τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δεν βελτιώνουν σημαντικά την ποιότητα ζωής και λίγα προσφέρουν καρδιαγγειακά οφέλη», δηλώνουν οι συγγραφείς.
Για να καταλήξουν σε αυτά τα αποτελέσματα, Κινέζοι επιστήμονες εξέτασαν 262 δοκιμές στις οποίες συμμετείχαν 99.791 συμμετέχοντες και αξιολόγησαν 19 φάρμακα απώλειας βάρους, με περιόδους παρακολούθησης που κυμαίνονταν από 12 έως 172 εβδομάδες. Σε σύγκριση με τις αλλαγές στον τρόπο ζωής μόνο, σε ένα έτος, τα μόρια που ευθύνονται για τη μεγαλύτερη απώλεια βάρους φάνηκαν να είναι η τιρζεπατίδη (μέση απώλεια βάρους -14,9%), η καγριλιντίδη-σεμαγλουτίδη (-14,8%), η από του στόματος σεμαγλουτίδη (-10,9%), η ορφοργλιπρόνη (-9,9%), η υποδόρια σεμαγλουτίδη (-9,8%) και η φαιντερμίνη-τοπιραμάτη (-8,1%). Συγκεκριμένα, η τιρζεπατίδη μείωσε περισσότερο τη λιπώδη μάζα (κατά 25,7%), αλλά και την άλιπη μάζα (κατά 8,3%). Άλλοι παράγοντες που βρίσκονται υπό έρευνα (εκνογλουτίδη, μαζδουτίδη, ρετατρουτίδη) θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παρόμοιες ή μεγαλύτερες μειώσεις (13,1 έως 14,6%), αν και το επίπεδο των αποδεικτικών στοιχείων είναι χαμηλό.
«Δεδομένα μέτριας έως υψηλής βεβαιότητας υποδεικνύουν ότι ο κίνδυνος διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών είναι υψηλότερος με την ορφοργλιπρόνη, τη ναλτρεξόνη-βουπροπιόνη, τη λιραγλουτίδη, τη φαιντερμίνη-τοπιραμάτη, την καγριλιντίδη-σεμαγλουτίδη και την από του στόματος χορηγούμενη σεμαγλουτίδη», εξηγούν οι ερευνητές.
Τα γαστρεντερικά συμβάντα αυξήθηκαν σημαντικά με τη ναλτρεξόνη-βουπροπιόνη, την από του στόματος σεμαγλουτίδη, την ορφοργλιπρόνη και την τιρζεπατίδη. Ο κίνδυνος κόπωσης αυξήθηκε, ιδιαίτερα με τη ναλτρεξόνη-βουπροπιόνη, την ορφοργλιπρόνη και την καγριλιντίδη-σεμαγλουτίδη. Αντίθετα, η υποδόρια σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη μείωσαν τον κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας.
Τέλος, όσον αφορά τη μείωση της θνησιμότητας από κάθε αιτία, η υποδόρια σεμαγλουτίδη ήταν το μόνο φάρμακο που συσχετίστηκε με μείωση. Το ίδιο ίσχυε και για το έμφραγμα του μυοκαρδίου, ενώ κανένα φάρμακο δεν «μείωσε πειστικά τη νεφρική ανεπάρκεια ή βελτίωσε την ποιότητα ζωής πέρα από τις καθιερωμένες ελάχιστες σημαντικές διαφορές».


