Η χοληστερόλη φαίνεται να ανταποκρίνεται εντυπωσιακά γρήγορα σε μια βραχυπρόθεσμη δίαιτα βασισμένη στη βρώμη, σύμφωνα με νέα κλινική δοκιμή από το Πανεπιστήμιο της Βόννης. Οι συμμετέχοντες έπασχαν από μεταβολικό σύνδρομο, έναν συνδυασμό αυξημένου σωματικού βάρους, υπέρτασης, υψηλών επιπέδων γλυκόζης και λιπιδίων στο αίμα.
Στο πλαίσιο της μελέτης, ακολούθησαν για δύο ημέρες μια υποθερμιδική δίαιτα σχεδόν αποκλειστικά με βρώμη. Σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, τα επίπεδα χοληστερόλης παρουσίασαν αξιοσημείωτη βελτίωση. Το πιο ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι η επίδραση αυτή παρέμεινε σταθερή ακόμη και έξι εβδομάδες αργότερα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η δίαιτα επηρέασε τη σύσταση του μικροβιώματος του εντέρου, γεγονός που ενδέχεται να εξηγεί τη διατηρούμενη μεταβολική ανταπόκριση.

Συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να καταναλώνουν αποκλειστικά βρώμη, βρασμένη σε νερό, τρεις φορές την ημέρα. Επιτρεπόταν μόνο η προσθήκη μικρής ποσότητας φρούτων ή λαχανικών. Συνολικά 32 άνδρες και γυναίκες ολοκλήρωσαν το διήμερο διατροφικό πρωτόκολλο, λαμβάνοντας περίπου 300 γραμμάρια βρώμης ημερησίως και μόλις το μισό των συνηθισμένων θερμίδων τους. Η ομάδα ελέγχου ακολούθησε επίσης υποθερμιδική δίαιτα, χωρίς όμως να περιλαμβάνει βρώμη.
Αν και και οι δύο ομάδες εμφάνισαν οφέλη από τη μείωση των θερμίδων, η ομάδα που κατανάλωσε βρώμη παρουσίασε σαφώς εντονότερη αλλαγή. Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης φάνηκαν να μειώνονται κατά 10%. Παράλληλα, οι συμμετέχοντες έχασαν κατά μέσο όρο δύο κιλά και εμφάνισαν μικρή μείωση της αρτηριακής πίεσης.

Πώς όμως, η βρώμη ασκεί αυτή τη θετική επίδραση; «Διαπιστώσαμε ότι η κατανάλωση βρώμης αύξησε τον αριθμό συγκεκριμένων βακτηρίων στο έντερο», εξηγούν οι ερευνητές. Το μικροβίωμα έχει βρεθεί στο επίκεντρο των επιστημόνων τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς είναι πλέον σαφές ότι τα βακτήρια του εντέρου διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στον μεταβολισμό των θρεπτικών συστατικών.
Τα βακτήρια αυτά απελευθερώνουν στο περιβάλλον τους μεταβολίτες που παράγουν, οι οποίοι με τη σειρά τους τροφοδοτούν τα κύτταρα του εντέρου με ενέργεια και τα βοηθούν να επιτελούν αποτελεσματικότερα τις λειτουργίες τους. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι αλλαγές στη σύσταση του μικροβιώματος ενδέχεται να αποτελούν τον κεντρικό μηχανισμό πίσω από τη διατηρούμενη βελτίωση των λιπιδαιμικών δεικτών.
Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο Nature Communications.

